Η ΚΥΡΑ-ΜΑΡΙΑ (μέρος πρώτο)

Την κυρά-Μαρία την πρωτοείδα το καλοκαίρι με τον μεγάλο καύσωνα. Στεκόταν σε εκείνο το φανάρι στη διασταύρωση της Στρατηγού Καλλάρη με τη Λιοσίων και πουλούσε χαρτομάντηλα. Είχε κι ένα σκαμπουδάκι δίπλα της και καθόταν όταν το φανάρι γινόταν πράσινο. Πότε πότε το μετακινούσε ανάλογα με τη σκιά του φαναριού και των απαγορευτικών πινακίδων. Φορούσε κι ένα μαύρο μαντήλι στο κεφάλι χωρίς να το έχει δέσει. Δε δεχόταν σκέτη ελεημοσύνη, έπρεπε να αγοράσεις το πακέτο με τα χαρτομάντηλα. «Εγώ είμαι έμπορος, δεν είμαι ζητιάνα» έλεγε γλυκά και σου έβαζε στο χέρι το πακετάκι. Την είχα συμπαθήσει την κυρά-Μαρία, όποτε ήξερα ότι θα περάσω από εκεί φρόντιζα να έχω μαζί μου νερό και τρεις σοκολάτες, μία για εκείνη και δύο για τα εγγόνια της. Είχα πιάσει τον εαυτό μου να περνάει επί τούτου από εκεί. Φυσικά αγόραζα και τα χαρτομάντηλα, πάντοτε ήταν χρήσιμα μέσα στο αμάξι.

Τούτη την Κυριακή πέρασα και δεν την είδα στη γωνίτσα της. Ανηφόρισα προς την Αχαρνών και την είδα με τα εγγόνια της, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, ψηλόλιγνα και μελαμψά, όπως η κυρά-Μαρία. Ο μικρός κουβαλούσε το σκαμπό της, η  μικρή την τσαντούλα με τα χαρτομάντηλα. Σταμάτησα δίπλα τους και κατέβασα το παράθυρο.

-Πως πήγαμε σήμερα κυρά-Μαρία;
-Το βγάλαμε το φαγητό μας.
-Τότε πάμε να φάμε όλοι μαζί.
-Σου έχω πει ότι είμαι έμπορος, δεν ψάχνω ελεημοσύνη
-Δε θα σου δώσω ελεημοσύνη κυρά-Μαρία, την ιστορία σου θέλω να αγοράσω.
-Πάμε γιε μου.

 

 

«Γεννήθηκα το 1939, μη με ρωτήσεις ακριβή ημερομηνία, δε μας νοιάζανε αυτά τότε. Τον πατέρα μου τον έχασα τον χειμώνα του 44, τον εκτέλεσαν αυτά τα σκυλιά οι γερμανοί. Ήμανε πέντε χρονώ κορίτσι κι έπρεπε να δουλέψω. Στην αρχή έγινα το παιδί για τα θελήματα, μου δίνανε οι γειτόνοι διάφορα καλαθάκια και τα πήγαινα σε σπίτια. Αργότερα κατάλαβα ότι τα φαγιά είχανε μέσα προκηρύξεις και σημειώματα για τους συντρόφους. Ποιος θα υποψιαζόταν ένα παιδί; Μόνο τη μάνα μου φοβόμουνα μην το μάθει. Αλλά η μάνα το ήξερε πριν το μάθω εγώ. Κι όταν της το πα μου είπε τώρα που το ξέρω να προσέχω διπλά και τρίδιπλα. Αυτό δεν κράτησε πολύ όμως. Οι γερμανοί φύγανε κι ήρθανε χειρότερα σκυλιά, εχθροί ντυμένοι φίλοι και μας κυνήγησαν όλους. Τη μάνα μου τη φυλάκισαν, επειδή ο πατέρας μου ήταν αντάρτης. Εμένα με μάζεψε η γειτόνισσα, η θεια-Λένα.

Το 1948 ήρθε η μάνα στο σπίτι. Αδυνατισμένη, καταρρακωμένη και με προβλήματα υγείας από την εξορία. Όποτε τη ρωτούσα που είχε πάει, μου έλεγε ότι συνάντησε τον πατέρα μου, αλλά εκείνος της είπε να γυρίσει σε μένα. Τη ρωτούσα πως ήταν ο πατέρας και μου τον περιέγραφε λες και ζούσε και λίγο μετά έκλαιγε. Κι όταν έκλαιγε, εγώ την αγκάλιαζα κι έκλαιγα μαζί της. Ξέρεις, δυο άνθρωποι μου λείπουνε, η μάνα μου κι η κόρη μου. Δε λέω, κι ο άντρας μου μερικές φορές μου λείπει, αλλά η μάνα μου ήταν ο άνθρωπος που μου φύτευε δύναμη κι η κόρη μου ήταν ο άνθρωπος που μου χάρισε τούτα εδώ. Όταν η μάνα σηκώθηκε από το κρεβάτι, πιάσαμε μαζί δουλειά, καθαρίζαμε σκάλες. Εκείνη στην αρχή με έδιωχνε να πάω στο σχολείο, εγώ όμως είχα αποφασίσει να μην την αφήσω μόνη της. Γίναμε αχτύπητο δίδυμο, εγώ έκανα τα ψηλά σημεία κι εκείνη τα χαμηλά. Μια φορά, σε μια πολυκατοικία είχανε ασανσερ. Η μάνα δεν ήθελε με τίποτα να μπει μέσα, εγώ όλο ανεβοκατέβαινα τους ορόφους κι εκείνη μου φώναζε.

Στα 18 μου γνώρισα τον Τάσο, τον άντρα μου. Μείναμε κι οι τρεις μαζί σχεδόν αμέσως. Η μάνα έπαψε να δουλεύει. Ο Τάσος βλέπεις είχε μια ταβέρνα κοντά στο σπίτι που καθαρίζαμε. Με είδε, του άρεσα, μου άρεσε και δεν έκανε τίποτα κανείς μας. Μόνο κοιταζόμασταν κάθε φορά που περνούσαμε με τη μάνα απέξω. Παμπόνηρη εκείνη καθώς ήταν, είδε τα βλέμματά μας και ρώτησε στη γειτονιά για τον Τάσο. Μια μέρα που περάσαμε απέξω τον πιάνει από το χέρι και τον φέρνει δίπλα μου.

-Το βράδυ να την πας στον κινηματόγραφο. Μαρία τη λένε.

Εγώ ντροπιάστηκα, αλλά η αλήθεια είναι ότι αν δεν το έκανε αυτό η μάνα, δε θα μιλούσαμε ποτέ. Από τότε, κάθε Κυριακή βράδυ πηγαίναμε σε κινηματόγραφους. Τον αγάπησα τον Τάσο. Κι εκείνος με αγάπησε. Περάσαμε όμορφα χρόνια μαζί, δύσκολα μα όμορφα. Ξέρεις γιε μου, όταν αγαπάς κάποιον, όλες οι δυσκολίες είναι όμορφες, όταν δεν τον αγαπάς, όλα τα εύκολα δείχνουν άσχημα. Τρομερό χρώμα η αγάπη, τα βάφει όλα όπως θέλει εκείνη. Με τον Τάσο παντρευτήκαμε, κάναμε κι ένα κορίτσι, τη Ζωούλα μας. Δεν ήταν κακή η Ζωούλα, αγαθή ήταν και τους πίστεψε όλους. Αλλά θα σου πω άλλη φορά για εκείνη.»

Η κυρά-Μαρία δάκρυσε. Την είδα να κομπιάζει. Σκέφτηκα αν έπρεπε να την αφήσω να μιλήσει ή όχι, ωστόσο μια τρομερή ιδέα μου ήρθε στο μυαλό, να της δώσω ραντεβού την επόμενη εβδομάδα στο ίδιο μέρος ώστε να  μου συνεχίσει την ιστορία της.

-Κυρά-Μαρία, έχω μια ιδέα.
-Πες μου γιε μου.
-Να βρεθούμε εδώ πάλι την άλλη βδομάδα;
-Μα δεν τελείωσα την ιστορία μου.
-Το ξέρω. Η ιστορία σου όμως είναι πιο ακριβή από το φαγητό σας και νιώθω ότι σας κλέβω.
-Νομίζω ότι θες να με κοροϊδέψεις.
-Το ακριβώς αντίθετο, θέλω να είμαι τίμιος απέναντί σου.
-Εντάξει γιε μου, την άλλη βδομάδα εδώ…

 

ΚΕΙΜΕΝΟ, ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ & ΕΠΙΛΟΓΗ ΜΟΥΣΙΚΗΣ:  STEVE BART

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

More in STRANGE PEOPLE, Uncategorized, Η ΚΥΡΑ-ΜΑΡΙΑ
Ο 15ΧΡΟΝΟΣ ΣΤΟ 80ΧΡΟΝΟ ΕΓΩ ΤΟΥ

Γέρο μου, αν διαβάζεις αυτό το γράμμα, τότε σημαίνει πως στη...

Close