Η ΚΥΡΑ-ΜΑΡΙΑ (μέρος δεύτερο)

(ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ)

Μετά από μία βδομάδα πιστός στο ραντεβού μου και στην υπόσχεσή μου πέρασα από το γνωστό φανάρι. Η κυρά-Μαρία καθόταν στο σκαμπουδάκι της και πούλαγε τα χαρτομάντηλά της. Πάρκαρα το αυτοκίνητο και πήγα στη μεριά της.

-Ήρθες γιόκα μου;
-Έτσι δεν είπαμε;
-Έτσι είπαμε.

Μάζεψε το σκαμπουδάκι της κι ανηφόρισε τη Στρατηγού Καλλάρη.

-Τα παιδιά;
-Θα περάσουμε να τα πάρουμε;
-Φυσικά κυρά-Μαρία μου.

Τα μικρά πήδηξαν σα βατραχάκι στο αμάξι. Η κυρά-Μαρία έκανε να τα μαλώσει, αλλά με κοίταξε πρώτα. Όταν με είδε να της χαμογελάω δεν είπε τίποτα. Κοίταξε μπροστά, σα να ήξερε που πήγαινε και μέχρι να κάτσουμε στην ταβέρνα δεν είπε κουβέντα.

«Ο Τάσος ήτανε καλός, τίμιος κι εργατικός. Πήρε κι εμένα και τη μάνα στην ταβέρνα. Δουλεύαμε κι οι δυό μας για τον Τάσο, αλλά κι εκείνος δούλευε για εμάς. Ο Τάσος στην ψησταριά, η μάνα στο μαγείρεμα κι εγώ στη λάντζα. Η αδερφή του Τάσου, η Κωστούλα πήγαινε τα φαγιά στον κόσμο. Δέκα χρόνια βγάλαμε εκεί μέσα. Ακόμα κι όταν ήμουν έγκυος στη Ζωούλα μας, εκεί δούλευα. Πέρασα όμορφα χρόνια εκεί μέσα. Όταν αρρώστησε η αδερφή του Τάσου, η μάνα μου τον έπιασε και του είπε να μην πάρει κόσμο. Εκείνη θα έβγαζε και τις δυο δουλειές. Ήμασταν ενωμένοι τότε, βάζαμε τρία μυαλά κάτω και πέρναμε τις σωστές αποφάσεις, χωρίς κανένα εγώ μπροστά. Σήμερα ο καθένας ακούει μόνο τον εαυτό του.

Μέχρι που αρρώστησε κι ο Τάσος μου. Από την ίδια σκατοαρρώστια της Κωστούλας. Ο Τάσος μου όμως έπεσε βαρύς στο κρεβάτι, τόσο βαρύς, που δε σηκώθηκε ξανά. Κι έτσι μείναμε η μάνα, η Κωστούλα, η Ζωούλα μου κι εγώ. Τέσσερις γυναίκες. Η Ζωούλα πρώτα έμαθε να λέει τον κατάλογο και μετά να μετράει ως το δέκα. Η Κωστούλα δεν άντεξε, έφυγε λίγα χρόνια μετά τον Τάσο από τη στενοχώρια της και μείναμε δυο μανάδες και δυο κόρες να φέρουμε βόλτα ένα ολόκληρο μαγαζί. Η μάνα στο μαγείρεμα, η Ζωούλα στις παρεγγελίες και στην κουζίνα κι εγώ στο σερβίρισμα και στα οικονομικά. Λες και ήξερα από αυτά. Εδώ σπουδαγμένοι και τα κάνουν χάλια, δε θα τα έκανα εγώ; Ευτυχώς όμως η μάνα ήταν τσακάλι. Δεν άφηνε να της ξεφύγει τίποτα.

Μετά μπήκε η δικτατορία και μας ήρθανε τα πάνω κάτω. Βλέπεις, θυμηθήκανε ότι η μάνα κι ο πατέρας ήταν αριστεροί και κάθε τρεις και λίγο την πηγαίνανε στην ΕΑΤ-ΕΣΑ. Την κρατούσαν κανά δυο ώρες και μετά ερχόταν ποδαράτη. Μ’ αυτά και μ’ αυτά έπαψε ο κόσμος να έρχεται στο μαγαζί. Μας στιγματίσανε παιδί μου. Πήραμε στο σπίτι όσα φαγιά μπορούσαμε και το κλείσαμε το μαγαζί. «Δεν τις φοβάμαι τις σκάλες», έλεγε η μάνα, «εκείνα τα σκυλιά φοβάμαι, που ό,τι κι αν κάνουμε δε θα μας αφήσουν σε χλωρό κλαρί». Έτσι λοιπόν τα μαζέψαμε, πουλήσαμε και το σπίτι που μας άφησε η Κωστούλα και φύγαμε για τη Θεσσαλονίκη. Εκεί βγάλαμε πρόγραμμα. Εγώ το πρωί σκάλες και το βράδυ, μέχρι τις 10 σε ταβέρνα. Η μάνα βάραγε ολονυχτία στην ταβέρνα, μέχρι να κλείσει και το πρωί είχε τη Ζωούλα και το σπίτι. Εκεί μεγάλωσε η Ζωούλα μου, εκεί έγινε γυναίκα το κορίτσι μου, εκεί πήρε την απόφαση να κατέβει στην Αθήνα. Πρόλαβε όμως η μάνα κι έφυγε πριν φύγει το παιδί μου. Στη Θεσσαλονίκη τη θάψαμε τη μάνα μου. Μακριά από τον άντρα της, τους γονείς της, το εγγόνι της. Αυτό είναι το παράπονό μου αγόρι μου, που δε μπορώ να τη δω.»

Η κυρά-Μαρία σταμάτησε μόνη της, κοίταξε μια γύρα να βρει τα παιδιά, κοίταξε το ρολόι στον τοίχο και μετά κοίταξε εμένα. Άρχισα να νιώθω άσχημα, άβολα, σα να της είχα κάνει κακό. Αμέσως κατέβασα το κεφάλι. Το ξανασκέφτηκα και τη ρώτησα χωρίς δισταγμό.

-Τι έχεις κυρά-Μαρία;
-Δε μου αρέσει αυτό που κάνεις αγόρι μου.
-Ποιο;
-Δεν είμαι χαζή. Ξέρω τι κάνεις.
-Κυρά-Μαρία, νιώθω ότι πρέπει να κάνω κάτι και δε ξέρω τι. Άλλωστε δε συμφωνήσαμε να «αγοράσω» την ιστορία σου;
-Τις ιστορίες τις αγοράζουν όσοι θέλουν να τις πουλήσουν. Τι σημασία έχει τι έζησα εγώ; Την ιστορία μου τη βλέπεις κάθε μέρα στα φανάρια, τη φαντάζεσαι χωρίς να στην πω. Δε διαφέρει από την ιστορία όλων των άλλων ανθρώπων που στήνονται με κρύο και με ζέστη στο ίδιο σημείο, για να βγάλουν 10 και 20 ευρώ τη μέρα.
-Σε σένα βλέπω τη γιαγιά μου.
-Και στα άλλα τα παιδιά δε βλέπεις τα παιδιά σου; Τη μάνα σου δεν την βλέπεις σε κάποια μικρότερή μου;
-Δε μπορώ να το κάνω αυτό για όλους.
-Τότε μην το κάνεις ούτε σε μένα.
-Και τι θα γίνει με την συνείδησή μου κυρά-Μαρία;

Δε μίλησε. Φοβήθηκα ότι δε θα την ξαναδώ. Ήθελα να την ξαναδώ. Ήθελα να μάθω την ιστορία της. Ήθελα να τη γνωρίσω. Και τότε κατάλαβα τι εννοούσε. Τότε μόνο συνειδητοποίησα την καλωσύνη της κυρά-Μαρίας. Και της το είπα. Δεν κρατήθηκα.

-Κυρά-Μαρία θες έναν φίλο;

Δε μίλησε. Χαμογέλασε και μου έγνεψε βουρκωμένη καταφατικά το κεφάλι. Φώναξε τα παιδιά, σηκώθηκε από το τραπέζι, τα πήρε από το χέρι και γύρισε σε μένα.

-Το σπίτι μου το ξέρεις. Οι φίλοι μου μπορούν να έρθουν εκεί όποτε θέλουν.

 

ΚΕΙΜΕΝΟ, ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ & ΕΠΙΛΟΓΗ ΜΟΥΣΙΚΗΣ:  STEVE BART

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

More in DARK TALES, Uncategorized, Η ΚΥΡΑ-ΜΑΡΙΑ
Η ΚΥΡΑ-ΜΑΡΙΑ (μέρος πρώτο)

Την κυρά-Μαρία την πρωτοείδα το καλοκαίρι με τον μεγάλο καύσωνα. Στεκόταν...

Close