STEVE BART: ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ

Είχε σκοτεινιάσει. Ο ουρανός ήταν μαύρος, χωρίς φεγγάρι και τα αστέρια φώτιζαν αναπληρώνοντας το κενό του. Το βράδυ ήταν κρύο, χωρίς μπουφάν ήταν αδύνατο να κυκλοφορήσεις. Στο βάθος φαίνονταν τα φώτα του νησιού, μερικές φορές τρεμόπαιζαν. Τη σιωπή διέκοπτε ο κυματισμός της θάλασσας, δε φυσούσε αέρας, αλλά είχε κύμα. Το φουσκωτό προσπαθούσε να καβαντζάρει τα κύματα κι ήταν δυσκολότερο από ποτέ. Είχες την εντύπωση πως κάθε ανέβασμα σε πήγαινε και πιο πίσω. Δε μιλούσε κανείς. Γύρω στους είκοσι ανθρώπους μένανε σιωπηλοί. Λίγα μωρά κλαίγανε που και που και οι μανάδες το τάιζαν βυζί. Τι κι αν το γάλα είχε κοπεί λόγω κακής διατροφής και φόβου; Έπρεπε να ξεχαστούν, μωρά και μανάδες. Ο Fayiz καθόταν στο μπροστινό μέρος της λέμβου, κοιτούσε τη θάλασσα και τη νέα χώρα που θα πήγαινε. Η Mashal ήταν στο πίσω μέρος, δίπλα σε εκείνον που κατεύθυνε το φουσκωτό, είχε απλωμένο το χέρι της έξω από τα πλαϊνό μέρος και με τις άκρες των δαχτύλων της ακουμπούσε το νερό, που και που έριχνε κλεφτές ματιές στον Fayiz.

Μόλις έπεσε το φως του ήλιου έφυγαν. Επιβιβάστηκαν όλοι ήσυχα στη βάρκα και ξεκίνησαν για την Ελλάδα. Οι τούρκοι έκαναν ότι δεν τους έβλεπαν, οι έλληνες τους μάζευαν και τους οδηγούσαν σε κάποια παραπήγματα που είχαν στηθεί στα νησιά. Ο οδηγός είχε πληρωθεί 2.000  δολλάρια από τον καθένα τους. Η βάρκα θα έμενε στην Ελλάδα και δε θα επέστρεφε ποτέ πίσω, οι έλληνες θα έκαναν πλιάτσικο, ποιος θα κρατήσει τα καλύτερα για τον εαυτό του. Μετά θα απαιτούσαν και Νόμπελ για τη φιλοξενία. Υπήρχαν γονείς που μάζευαν λεφτά για να στείλουν τα παιδιά τους μόνα απέναντι, υπήρχαν και άλλοι γονείς που διάλεγαν ποιο παιδί θα στείλουν, υπήρχαν κι εκείνοι που τα πουλούσαν για να ξεφύγουν. Κάθε καρυδιάς καρύδι το έβρισκες σε αυτή τη βάρκα. Η Mashal και ο Fayiz ενώθηκαν με την ομάδα στις ακτές της Τουρκίας. Οι γονείς τους δεν είχαν λεφτά να περάσουν απέναντι, έτσι έστειλαν τα παιδιά τους κι έμειναν εκείνοι πίσω με την ελπίδα πως θα καταφέρουν να βρουν τον τρόπο να έρθουν στην Ελλάδα.

Η θάλασσα δεν είχε το απογευματινό μπλε της, ήταν μαύρη σαν τον ουρανό. Έρεβος πάνω και κάτω. Στο βάθος του ορίζοντα η μαυρίλα ενωνόταν και την έσπαγαν τα φώτα του νησιού. Εκείνα τα φώτα που σιγά σιγά μεγάλωναν, τόσο αργά που το βασανιστήριο ήταν ατελείωτο. Η Mashal είχε πρωτοδεί τον Fayiz καθώς ανέβαιναν στην βάρκα. Το πρόσωπό του ήταν χαρούμενο, αν και τα μάτια του μαρτυρούσαν ότι μέχρι πριν λίγα λεπτά έκλαιγε, όπως κι εκείνη. Ο Fayiz δεν της είχε ρίξει ούτε μία ματιά. Επβιβάστηκε πρώτος απ’ όλους και κάθησε μπροστά. Δε θα άφηνε κανέναν να του πάρει τη θέση. Δε γύρισε ποτέ να κοιτάξει πίσω του. Το βλέμμα του έμενε καρφωμένο στην απέναντι πλευρά, στον προορισμό του. Δεν είχε κλείσει καθόλου τα μάτια του, μόνο κοίταζε το νησί κι η Mashal κοίταζε εκείνον. Αυτοί ήταν οι προορισμοί τους. Για τον Fayiz το μέλλον ήταν ο καινούριος τόπος, για τη Mashal ο Fayiz.

Τα φώτα στο βάθος μεγάλωναν. Είχαν καλύψει τα μισά της διαδρομής. Η θάλασσα τώρα μαινόταν περισσότερο από πριν. Λες και τούτη τη νύχτα δεν ήθελε να τη διαβούν. Έψαχνε ανθρώπους να καταπιεί. Το φουσκωτό πάλευε με τα κύματα. Προσπαθούσε να τα προσπεράσει και φάνταζε σαν μυρμήγκι που προσπαθεί να τα βάλει με ελέφαντα. Ξάφνου ένα δυνατό κύμα έκανε τη βάρκα να σηκωθεί στον αέρα και να σκάσει πάνω στη θάλασσα σαν κούτσουρο. Τρεις άνθρωποι πετάχτηκαν στη θάλασσα. Ο κόσμος άρχισε να ουρλιάζει, ο οδηγός φώναξε κάτι και τους έκανε να σιωπήσουν και να βάλουν τα κλάματα. Τώρα πια όλοι ξέραν ότι για εκείνον δεν είχε σημασία να φτάσουν όλοι, αλλά να φτάσει αυτός, έστω και μόνος του. Τη σιωπή διέκοψε η κραυγή του Fayiz. Ο οδηγός του είπε να σκάσει. Ο Fayiz σηκώθηκε και πήγε κοντά του. Φωνάζοντας του εξηγούσε ότι έπρεπε να κάνουν στροφή, να μαζέψουν όσους πέσανε στη θάλασσα. Ο οδηγός έβγαλε ένα όπλο και τον απείλησε ότι αν δεν σκάσει θα τον πυροβολήσει και θα τον πετάξει στη θάλασσα.

Η Mashal κοιτούσε επίμονα τον Fayiz. Τα μάτια της ήταν βουρκωμένα, φοβόταν για τη ζωή του, χωρίς να τον ξέρει, χωρίς να ξέρει το όνομά του. Ο οδηγός είχε σταματήσει τη βάρκα και κοίταζε τον Fayiz. Περίμενε να κάτσει για να συνεχίσει. Η Mashal στριμώχτηκε λίγο στον διπλανό της και άνοιξε χώρο στον Fayiz ανάμεσα σε κείνη και στον οδηγό. Έκατσε και γύρισε και την κοίταξε. Κοίταξε τα μάτια της, εκείνη ντροπαλή κατέβασε το βλέμμα της και άρχισε να πλέκει τα δάχτυλά της προσπαθώντας να λύσει την αμηχανία της. Λίγο πιο πίσω ακούγονταν οι φωνές εκείνων που έπεσαν στη θάλασσα. Ο οδηγός έβαλε το όπλο στην τσέπη του μπουφάν του και ξεκίνησε και πάλι τη βάρκα. Τα κύματα είχαν μεταμορφωθεί σε βουνά. Το νησί έμοιαζε απλησίαστο. Ο Fayiz καθόταν δίπλα στη Mashal, εκείνη κάθε που φοβόταν του έπιανε το χέρι. Γύρισε και την κοίταξε, την είδε να τρέμει από το κρύο. Έβγαλε το μπουφάν του, έβγαλε τη μάλλινη μπλούζα που φορούσε από μέσα και της την έδωσε. Έπειτα ξανάβαλε το μπουφάν του. Η Mashal αρνήθηκε να την πάρει, αλλά η επιμονή του Fayiz την έπεισε.

Στο επόμενο κύμα η βάρκα πέταξε και πάλι στον αέρα. Άλλοι τρεις έπεσαν στη θάλασσα. Ο οδηγός κοίταξε τον Fayiz, χωρίς εκείνος να του ανταποδώσει το βλέμμα. Τα κλάματα δυνάμωσαν για λίγο, αλλά η φωνή του οδηγού τα έκανε γοερά. Το φουσκωτό πάλευε με τα κύματα. Η θάλασσα είχε φουντώσει, δε χόρταινε την πείνα της. Ο οδηγός σταμάτησε για λίγο, έβγαλε το μπουφάν του, το έβαλε σα κουβέρτα ανάμεσα στα πόδια του και συνέχισε και πάλι. Ο Fayiz είδε μπροστά του μια μητέρα να ταΐζει το μωρό της και να τρέμουν και οι δύο από το κρύο. Έβγαλε το μπουφάν του και της το έδωσε. Η Mashal τον κοίταξε, πήγε να του δώσει πίσω τη μάλλινη μπλούζα του, αλλά δεν την άφησε. Την πήρε αγκαλιά για να ζεσταθεί κι εκείνη τον έβαλε μέσα στο μπουφάν της. Η βάρκα χτυπούσε μανιασμένη στα κύματα, λες κι ήθελε να τα νικήσει. Ξαφνικά ένα κύμα χτύπησε το μέρος που ήταν η μηχανή, ο οδηγός πετάχτηκε με δύναμη στον αέρα και έπεσε στη θάλασσα. Όλοι άρχισαν να ουρλιάζουν, με γρήγορες κινήσεις ο Fayiz έκατσε στη θέση του και πήρε το πηδάλιο στα χέρια του ακολουθώντας τα φωτάκια. Η Mashal έπιασε το μπουφάν του οδηγού και το φόρεσε στον Fayiz.

Τα φώτα είχαν μεγαλώσει κατά πολύ. Πίσω από τον Fayiz ξεπρόβαλλε δειλά ο ήλιος. Η θάλασσα άρχισε να καταλαγιάζει, είχε πάρει την εκδίκησή της. Ξημέρωνε και σε λίγο τίποτα δε θα μαρτυρούσε την αγριότητα της νύχτας. Μόνο οι αναμνήσεις στην καρδιά των προσφύγων θα μέναν σκληροί μάρτυρες της πραγματικότητας. Το όνειρο ήταν πλέον πολύ κοντά. Το νησί έμοιαζε τεράστιο. Ο Fayiz μίλησε σε όλους, τους είπε ότι δε ξέρει που πρέπει να πάει τη βάρκα και ότι θα πρέπει να περιμένουν να ξημερώσει μέχρι να κάνει το γύρω του νησιού να βρει μια παραλία. Ξάπλωσαν όλοι ο ένας πάνω στον άλλο. Ο Fayiz αγκάλιασε τη Mashal, εκείνη έχωσε τα χέρια της στις τσέπες του μπουφάν, να κλειδώσει πάνω του. Έβγαλε τα χέρια της κι ήταν γεμάτα λεφτά, το εισητήριο είκοσι ανθρώπων, η αμοιβή του οδηγού. 40.000 δολάρια βρίσκονταν στα χέρια της. Ο Fayiz άρχισε να τα μοιράζει στον καθένα τους. Περίσσεψαν 12.000, έξι άνθρωποι, εκείνοι που χάθηκαν στο πέρασμα. Ο Fayiz έκανε να τα μοιράσει σε όσες είχαν μωρά, εκείνες τα αρνήθηκαν. Τα κοίταξε, κοίταξε τη Mashal και τα πέταξε στη θάλασσα. Ο καινούριος τόπος έπρεπε να είναι καθαγιασμένος από τη μαυρίλα που άφηναν πίσω τους. Η Mashal αγκάλιασε τον Fayiz. Πίσω από τη βάρκα ο ήλιος είχε ήδη ανατείλει.

 

ΚΕΙΜΕΝΟ, PHOTO CREDITS, ΕΠΙΛΟΓΗ ΜΟΥΣΙΚΗΣ:  STEVE BART

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

More in STRANGE PEOPLE
STEVE BART: Ω ΓΛΥΚΗ ΜΟΥ ΕΑΡ

-Την είδες την βροχή; Ήρθε πάλι ο χειμώνας. Κι εμείς μείναμε...

Close