1. X-Men Vs. Το όνομα του ρόδου

Η ζωή τους ήταν ένα σύνολο από τυχαίες συναντήσεις. Τίποτε προγραμματισμένο. Τυχαία γνωρίστηκαν, τυχαία συναντιόντουσαν, τυχαία βρισκόντουσαν. Η τύχη ήταν πάντοτε με το μέρος τους και γι αυτό είχαν αποφασίσει να μην την πιέσουν. Είχαν αφεθεί πάνω της και το απολάμβαναν. Πρώτη φορά συναντήθηκαν στο μετρό. Ο Χρήστος προσπάθησε να κάτσει δίπλα της, αλλά είδε μια γιαγιά να τον κοιτάζει βλοσυρά και της παραχώρησε τη θέση. Η Αλεξάνδρα κοίταξε τη γιαγιά, κοίταξε τον Χρήστο, χαμογέλασε κι επέστρεψε στο κομικ που διάβαζε. Ο Χρήστος κοίταξε το εξώφυλλο κι είδε τα κίτρινα γράμματα του X-Men. Έψαχνε να βρει τρόπο να ανοίξει την τσάντα του για να βγάλει ένα βιβλίο από μέσα. Μόλις είχε ξεκινήσει «Το όνομα του ρόδου» και του φαινόταν ενδιαφέρον. Ήθελε να της δείξει ότι είναι «κουλτουριάρης» και σκεπτόμενος. Δεν πρόλαβε όμως, στην επόμενη στάση η Αλεξάνδρα κατέβηκε. Μόνο από το παράθυρο την είδε που γύρισε και τον κοίταξε, του χαμογέλασε κι ο Χρήστος κοκκίνισε, σαν τα μαλλιά της Phoenix. Αυτή ήταν η πρώτη τους συνάντηση.

Ένα μήνα μετά ο Χρήστος καθόταν στην πλατεία Συντάγματος, έξω από το μετρό και διάβαζε το βιβλίο του. Του άρεσε να διαβάζει σε εξωτερικούς χώρους, να βλέπει τον κόσμο να περνάει κι εκείνος να ζει με το δικό του ρυθμό. Όταν μεσημέριασε μπήκε μέσα στο σταθμό και κατέβηκε τις κυλιόμενες. Έφτασε στην αποβάθρα και περίμενε υπομονετικά να έρθει ο συρμός. Άκουσε τα φρένα του να στριγγλίζουν από μακριά και σηκώθηκε, περίμενε να ανοίξουν οι πόρτες και κάθησε σε μια θέση. Άνοιξε το βιβλίο του και συνέχισε το διάβασμα. Άκουσε τον ηλεκτρονικό ήχο που κάνουν οι πόρτες όταν είναι έτοιμες να κλείσουν και είδε την Αλεξάνδρα να μπαίνει τρέχοντας στο τρένο. Έκατσε απέναντί του και άνοιξε την τσάντα της, έβγαλε ένα άλλο τεύχος από τους X-Men και το άνοιξε. Ο Χρήστος δε σταμάτησε να την κοιτάζει. Το τρένο ξεκίνησε και εκείνος ήταν καρφωμένος πάνω της. Έκλεισε το βιβλίο του και πήρε μια βαθιά ανάσα.

-Ποιος χαρακτήρας θα ήθελες να είσαι;

Η Αλεξάνδρα σήκωσε το βλέμμα της, τον κοίταξε και του μίλησε κι εκείνη.

-Σε μένα μιλάς;
-Ναι. Ποιος χαρακτήρας από το κομικ θα ήθελες να είσαι;
-Η Mystique.
-Γιατί;

Η Αλεξάνδρα σηκώθηκε από τη θέση της, έκατσε δίπλα του και έσκυψε σχεδόν συνωμοτικά στο αυτί του.

-Για να μπορώ να αλλάζω μορφές. Να είμαι όμορφη, άσχημη, μαύρη, λευκή, κίτρινη, αδύνατη, χοντρή. Να αλλάζω μορφή ανάλογα με τη διάθεσή μου, για να μπορούν και οι άλλοι να καταλάβουν πως νιώθω χωρίς να με ρωτάνε.

Ο Χρήστος δεν μίλησε. Είχε ήδη εντυπωσιαστεί. Η Αλεξάνδρα το κατάλαβε και μίλησε βγάζοντάς τον από τη δύσκολη θέση.

-Ωστόσο είμαι η Αλεξάνδρα και αυτό δεν αλλάζει.
-Εγώ είμαι ο Χρήστος.
-Εσύ ποιος θα ήθελες να είσαι Χρήστο;

Έσκυψε στο βιβλίο του, μη ξέροντας τι να απαντήσει. Είχε μείνει άναυδος. Έπρεπε να σκεφτεί να πει κάτι πολύ γρήγορα. Η Αλεξάνδρα τον έσωσε ξανά.

-Μήπως θα ήθελες να είσαι κάποιος χαρακτήρας από το βιβλίο που διαβάζεις;

Το μυαλό του Χρήστου βγήκε από τη δύσκολη θέση, άρχισε να παίρνει σττροφές. Βρήκε τι να απαντήσει, κάτι εξίσου έξυπνο και μοναδικό.

-Όχι. Θα ήθελα να αναπτύξω μια δική μου μετάλλαξη. Θα ήθελα όταν κοιτάζω κάποιον να ξέρω τι νιώθει και όταν με κοιτάζει να φεύγουν όλα τα άσχημα από μέσα του.
-Χμμμμ, ίσως και να την έχεις.
-Αλεξάνδρα, μόλις γνωριστήκαμε, αλλά θα ήθελες να περπατήσεις μαζί μου;
-Θα το ήθελα πολύ, έχω όμως μάθημα και δε θέλω να αργήσω. Τι θα έλεγες να βρεθούμε αύριο;
-Θα έλεγα ναι με μεγάλη μου χαρά.
-Αύριο λοιπόν. Ώρα;
-Όλο το απόγευμα είμαι ελεύθερος.
-Αύριο στις οχτώ το απόγευμα λοιπόν, στην έξοδο του σταθμού.
-Πόσο χρονών είσαι;
-17. Εσύ;
-19.

Το τρένο σταμάτησε, η Αλεξάνδρα κοίταξε απέξω, είδε σε ποιο σταθμό βρίσκονται και σηκώθηκε.

-Εδώ κατεβαίνω. Αύριο στις οχτώ λοιπόν.
-Αύριο στις οχτώ.

Βγήκε από το τρένο και την κοίταζε να απομακρύνεται. Εκείνη σταμάτησε, γύρισε, τον κοίταξε, του χαμογέλασε και έμεινε έτσι καθώς το τρένο απομακρυνόταν. Ο Χρήστος χαμογέλασε κι εκείνος κι είδε τη μορφή της να χάνεται.

Η μία βόλτα έγιναν πολλές, οι πολλές έγιναν φιλιά, τα φιλιά γίναν αγκαλιές και οι αγκαλιές χάδια. Το κρεβάτι δεν τους χωρούσε. Τα πάρκα δεν τους έκρυβαν. Ήταν ερωτευμένοι και ο κόσμος ήταν δικός τους. Δεν κινδυνεύανε και δε φοβόταν ο ένας τον άλλο. Ο Χρήστος την περίμενε έξω από το σχολείο, έξω από το φροντιστήριο και η Αλεξάνδρα έλεγε ότι θα κοιμηθεί σε φίλες της για να πάει σπίτι του. Μέχρι που ήρθε το καλοκαίρι και μαζί με αυτό το άγχος των εξετάσεων. Όσο κι αν προσπάθησαν να μην ξεσπάσουν ο ένας στον άλλο δεν τα κατάφεραν. Χωρίσανε, πήγανε διακοπές χωριστά κι όταν μπήκε ο μήνας που θα ξυπνούσαν οι Green Day συναντήθηκαν τυχαία στο ίδιο τρένο.

-Δε μου είπες ποτέ πως θα ήθελες να λέγεται ο χαρακτήρας σου. Θα έπρεπε να έχει ένα όνομα.

Ο Χρήστος σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε, ήθελε τόσο να τη φιλήσει. Έκλεισε το βιβλίο του, σηκώθηκε, στάθηκε δίπλα της και της ψιθύρισε στο αυτί.

-Μου έλειψες!
-Άσχημο όνομα για σουπερ ήρωα.

Ο Χρήστος την κοίταξε και σχεδόν ντράπηκε. Η Αλεξάνδρα το κατάλαβε και του μίλησε, λίγο πιο τρυφερά.

-Κι εμένα.

Βγήκαν μαζί από το τρένο και κατευθύνθηκαν σπίτι του. στο δρόμο φιλιόντουσαν όπου έβρισκαν. Στα φανάρια των πεζών, στην είσοδο της πολυκατοικίας, στο ασανσερ, στο διάδρομο πριν να βάλει ο Χρήστος το κλειδί στην πόρτα. Κι αφού η πόρτα έκλεισε, πάνω της, για ώρα, για πολύ ώρα. Ο Χρήστος της χάιδευε τα μαλλιά, εκείνη το αξύριστο πρόσωπό του. Αυτό το πρόσωπο που την γραντζούναγε και συγχρόνως την ερέθιζε. Κατέληξαν στο κρεβάτι και μετά από λίγο ξάπλωσαν ο ένας δίπλα από τον άλλο. Η Αλεξάνδρα γύρισε και τον κοίταξε, ο Χρήστος είχε κλειστά τα μάτια με το πρόσωπο στραμένο προς το ταβάνι και ήταν λαχανιασμένος. Η Αλεξάνδρα έβαλε τα γέλια και ανέβηκε πάνω του.

-Μη μου πεθάνεις.

Ο Χρήστος δεν της μίλησε καν, έκανε μια στροφή με το σώμα του και βρέθηκε από πάνω της. Η Αλεξάνδρα τον κοίταξε και πάλι και με σοβαρό ύφος άρχισε να του μιλά.

-Νομίζω ότι σου βρήκα όνομα.
-Για πες.
-Sentient.

Ο Χρήστος άρχισε και πάλι να τη φιλά, η Αλεξάνδρα έκανε ότι τον έσπρωχνε και όταν εκείνος πήγαινε να απομακρυνθεί γαντζωνότανε πάνω του. Γίναν ένα με το σεντόνι, τα μαξιλάρια εξορίστηκαν στο πάτωμα. Όλο το βράδυ ήταν δικό τους και το απόλαυσαν σα να ήταν το τελευταίο τους. Το επόμενο πρωί ο Χρήστος ξύπνησε από τον ήχο της πόρτας που έκλεινε. Έτρεξε γρήγορα στον διάδρομο του ορόφου, αλλά το ασανσερ είχε ήδη φύγει. Κατέβηκε ξυπόλητος τα σκαλιά και έφτασε στην είσοδο. Άνοιξε την πόρτα και με τη φόρα που είχε την χτύπησε στο μικρό δαχτυλάκι του ποδιού. Ούρλιαξε από τον πόνο και γονάτισε. Είδε την Αλεξάνδρα μέσα από το ταξί που τον κοίταξε και γέλασε. Ο Χρήστος έμεινε σε εμβρυακή στάση μπροστά από την πόρτα της πολυκατοικίας. Έκανε να σηκωθεί και είδε τη διαχειρίστρια από πάνω του. Τον κοίταζε με εκείνο το βλοσυρό βλέμμα της γιαγιάς στο μετρό. Πηγαίνοντας προς το ασανσερ την άκουσε που του φώναξε.

-Αυτά παθαίνει όποιος περιφέρεται γυμνός στους διαδρόμους της πολυκατοικίας.
-Πόσα χρόνια έχεις να δεις σώβρακο κυρά-τέτοια μου;

 

ΚΕΙΜΕΝΟ, ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ & ΕΠΙΛΟΓΗ ΜΟΥΣΙΚΗΣ:  STEVE BART

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

More in STRANGE PEOPLE
Η ΚΥΡΑ-ΜΑΡΙΑ (μέρος δεύτερο)

(ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ) Μετά από μία βδομάδα πιστός στο...

Close